Η Μέρκελ στην Αθήνα – ο επίλογος μιας δύσκολης σχέσης

Πολιτική

Η Άνγκελα Μέρκελ δεν είναι πια η παντοδύναμη πολιτικός που ήταν — είναι μια καγκελάριος σε αποδρομή, άλλωστε μετά την ορκωμοσία της νέας Μπούντεσταγκ την περασμένη Τρίτη δεν είναι καν βουλευτής και κρατά το αξίωμά της χάρη στην εντολή του προέδρου Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάγερ και μόνο ώσπου να τελειώσουν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Σοσιαλδημοκρατών, Πρασίνων και Φιλελευθέρων ώστε να τη διαδεχθεί ο Ολαφ Σολτς. Η ηγεμονία των Χριστιανοδημοκρατών-Χριστιανοκοινωνιστών στη Γερμανία —και κατ’ επέκταση σε όλη την Ευρώπη— τελειώνει. Αυτή η Μέρκελ καταφθάνει ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου στην Αθήνα. Θα φάει το βράδυ στην οικία του Κυριάκου Μητσοτάκη στον Λυκαβηττό και την Παρασκευή θα έχει σειρά επίσημων συναντήσεων.

Τι θέλει να κάνει η Μέρκελ με αυτό το ταξίδι στη δύση πια της πολιτικής της καριέρας; Είναι εμφανές ότι η 67χρονη πολιτικός κλείνει παλαιούς και νέους λογαριασμούς. Όχι δεν αναζητά εξιλέωση, δεν είναι το στιλ της. Απλώς κλείνει με τη φυσική της παρουσία ένα από τα πιο δύσκολα κεφάλαια της 16ετους καγκελαρίας της, αυτό των ελληνογερμανικών σχέσεων.

Όπως σχολίασε για την Deutsche Welle, o πολιτικός αναλυτής Ρόναλντ Μαϊνάρντους, «τρία πλέγματα θεμάτων —ή και προβλημάτων— επισκιάζουν τις σχέσεις Ελλάδας και Γερμανίας: Η τραγική ιστορία της γερμανικής κατοχής που σε όλες τις διαστάσεις της ακόμα δεν έχει ξεπεραστεί, ο ρόλος της Γερμανίας στην ευρωκρίση, την οποία η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων ταυτίζει με τη χειρότερη περίοδο της Μεταπολίτευσης, και τέλος η στάση του Βερολίνου στα ελληνοτουρκικά. Στα 16 χρόνια της καγκελαρίας της κυρίας Μέρκελ τα δυο τελευταία κυριάρχησαν στην ατζέντα των διμερών σχέσεων και –για να το περιγράψω διπλωματικά— οι θέσεις των δύο πλευρών δεν βρίσκονταν πάντα σε αρμονία».

Από την πλευρά της, η Φαίη Καραβίτη, ανταποκρίτρια του ΑΠΕ-ΜΠΕ στο Βερολίνο, σε ανάλυσή της για τη Μέρκελ και την Ελλάδα κάνει λόγο για μια «έντονη σχέση».

Μπορεί ο Γιοχάνες Φάρβικ, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Ευρωπαϊκής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Χάλε-Βίτενμπεργκ, να επιμένει ότι «η Ευρώπη εξακολουθεί να υπάρχει εν μέρει χάρη στην Ανγκελα Μέρκελ», αλλά καθώς η σχέση της απερχόμενης καγκελαρίου με την Ευρώπη πέρασε αναπόφευκτα μέσα και από την πολιτική της για την Ελλάδα, αυτή, μέχρις ότου εξομαλυνθεί, υπήρξε, όπως περιγράφεται, επώδυνη, άνιση, γεμάτη αγκάθια, αμηχανία, κυνισμό.

Ένα χαρακτηριστικό σημείο ήταν το 2010, όταν η Ελλάδα του Γιώργου Παπανδρέου είχε μόλις προσφύγει στο ΔΝΤ. Ήταν 19 Μαΐου εκείνης της χρονιάς όταν η Μέρκελ δήλωνε, για πρώτη φορά, ότι «αν αποτύχει το ευρώ, θα αποτύχει και η Ευρώπη», σηματοδοτώντας έτσι την απόφασή της να δώσει πράσινο φως στη στήριξη της ελληνικής οικονομίας. Την ίδια φράση έχει επαναλάβει έκτοτε δεκάδες φορές – ίσως όμως για να την πιστέψει και η ίδια.

Ο μύθος του τεμπέλη Έλληνα

Διότι στις 18 Μαΐου 2010, η Μέρκελ εξηγούσε σε κομματική συνεδρίαση του CDU ότι «δεν γίνεται να έχουμε κοινό νόμισμα και ο ένας να κάνει πολλές διακοπές ενώ ο άλλος πολύ λίγες». Η βοήθεια συνδέεται με όρους, επέμενε. «Δεν μπορούμε απλώς να δείξουμε αλληλεγγύη και να πούμε ότι αυτές οι χώρες θα συνεχίσουν όπως πριν. Ναι, η Γερμανία βοηθάει, αλλά μόνο όταν και οι άλλοι καταβάλλουν προσπάθεια. Και η προσπάθεια πρέπει να αποδειχθεί». Αυτό ήταν. Ο μύθος του «τεμπέλη» Ελληνα (και Πορτογάλου και Ισπανού, αλλά περισσότερο του Ελληνα που θα «κοσμούσε» και τα σχετικά εξώφυλλα των γερμανικών περιοδικών) είχε γεννηθεί και θα σκίαζε όλη την μετέπειτα περίοδο. Το περιοδικό Der Spiegel έγραψε πρόσφατα ότι η Ανγκελα Μέρκελ είναι εφοδιασμένη με «μεγάλη οξυδέρκεια, αλλά καθόλου ταπεραμέντο». Και η κρίση του ευρώ ίσως χρειαζόταν λιγότερο από το πρώτο και περισσότερο από το δεύτερο.

Η άποψη της Μέρκελ για την Ευρώπη ήταν κάπως διαφορετική από αυτή που θα ήλπιζε ο ευρωπαϊκός Νότος. Μεγαλωμένη στην Ανατολική Γερμανία, έμαθε να βλέπει την Ευρώπη απ’ έξω. Δεν ήταν «πεπεισμένη Ευρωπαία», δεν αντιλαμβανόταν – τουλάχιστον στην αρχή – το εύρος και το βάθος της Ένωσης, ούτε τη σημασία της συνοχής της. Ευτυχώς, την αντιλήφθηκε, έστω στο παρά πέντε. Αλλά, όπως λένε επικριτές της, το «ευρωπαϊκό πάθος» του Χέλμουτ Κολ μάλλον δεν το απέκτησε ποτέ, ή έστω δεν βρήκε ανάλογο όραμα να την εμπνεύσει. Ίσως για αυτό, όπως ομολόγησε πριν από λίγες ημέρες η ίδια, το μεγαλύτερο βάρος στους ώμους της το ένιωσε όταν «έπρεπε» να ζητήσει τόσα πολλά από τους Έλληνες. Και από αυτό το βάρος κοίταξε μεν πώς θα απαλλαγεί, αλλά έδειξε σα να μη νοιάζεται για το τι θα άφηνε πίσω της.

Κάνοντας τον απολογισμό της, παραδέχθηκε ότι απαίτησε υπερβολικά πολλά από την ελληνική κοινωνία. Το έκανε χωρίς να προσπαθεί να δικαιολογηθεί, απλώς ως διαπίστωση. Αλλωστε η διαχείριση της κρίσης κάθε άλλο παρά την ωφέλησε στο εσωτερικό. Για την Ελλάδα και τον υπόλοιπο Νότο, ήταν μεν πολύ λίγη, πολύ άτολμη, πολύ αυστηρή, αλλά στον αντίποδα, για πολλούς Γερμανούς, η Μέρκελ παραμέλησε τα συμφέροντα της χώρας της. «Έστριψε τις βίδες από δω κι από κει, κράτησε τη μηχανή κατά κάποιο τρόπο σε λειτουργία, αλλά έλειπε μια “μεγάλη στρατηγική” για μια ισχυρή Ευρώπη», της καταλόγισε το Spiegel. Ο μέγας διανοητής Γιούργκεν Χάμπερμας το έθεσε υπέροχα: μίλησε για «γαλήνια ακαταστασία γύρω της».

Το ευρώ τελικά δεν διασώθηκε (μόνο) από την ίδια, όπως πιστεύει ο Φάρβικ. Εκείνη ωστόσο, έστω αργά, πιστώνεται σίγουρα την αποφασιστικότητα με την οποία απέρριψε τα σχέδια του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε για προσωρινή (;) αποχώρηση της Ελλάδας από την Ευρωζώνη το 2015. Είχε στο μεταξύ συνειδητοποιήσει ότι η δύναμη της Ευρώπης δεν πηγάζει αποκλειστικά και μόνο από την οικονομική ευρωστία της και ότι η αλυσίδα είναι τόσο ισχυρή όσο ο πιο αδύναμος κρίκος της.

Οταν ένα μεγάλο κομμάτι του κόμματός της απαιτούσε την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ, ήταν η Μέρκελ που έδωσε αγώνα για να παραμείνει η χώρας στο κοινό νόμισμα. Και όπως παρατηρεί ο Ρόναλντ Μαϊνάρντους, «όταν ένα μεγάλο μέρος των γερμανικών ΜΜΕ δαιμονοποιούσε τον Αλέξη Τσίπρα, η χημεία μεταξύ του δίδυμου Μέρκελ-Τσίπρα ήταν καλύτερη από ό,τι με όλους τους άλλους έλληνες ηγέτες, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων από τον δικό της ιδεολογικό χώρο»…

Οκτώβριος 2012, η Μέρκελ στο Μαξίμου με τον Αντώνη Σαμαρά (SOOC)
O Τσίπρας με τη Μέρκελ στο Βερολίνο το φθινόπωρο του 2016. Η χημεία των δυο τους εμφανής (SOOC)

Ο γερμανός αναλυτής επισημαίνει την πολύ καλή σχέση της Ανγκελα Μέρκελ με τον κ. Τσίπρα ως ένα ακόμα δείγμα του πολιτικού της ρεαλισμού. Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ έκανε καριέρα με συνθήματα όπως το περιβόητο «Go back μάνταμ Μέρκελ», αλλά εκείνη τον αντιμετώπισε ως εκείνον που θα (της) κάνει «τη δουλειά».

Υπό αυτό το πρίσμα έχει μεγάλο ενδιαφέρον το βιβλίο που ετοιμάζει ο Αντώνης Σαμαράς για τις σχέσεις του με το Βερολίνο και την ίδια τη Μέρκελ όταν εκείνος ήταν Πρωθυπουργός από τον Ιούνιο του 2012 ως τον Ιανουάριο του 2015…

Ελληνοτουρκικά, Προσφυγικό, Λιβύη…

Δεν είναι όμως μόνο η οικονομία το πρόβλημα στις σχέσεις Ελλάδας – Γερμανίας, ή αν θέλετε Αθήνας – Μέρκελ.

Το ζήτημα της ονομασίας της Βόρειας Μακεδονίας, το Προσφυγικό, οι σχέσεις με την Τουρκία, ακόμη και η κρίση στη Λιβύη, επιβάρυναν κατά καιρούς την επικοινωνία και τη συνεργασία των δύο πλευρών.

Η Γερμανία, εφαρμόζοντας το νέο δόγμα της εξωτερικής πολιτικής της, που προβλέπει μεγαλύτερη ανάμιξη στις διεθνείς υποθέσεις, ανέλαβε ιδιαίτερα ενεργό ρόλο στην υπόθεση του Σκοπιανού. Κύριο μέλημα του Βερολίνου ήταν η άρση του σημαντικότερου εμποδίου για την ένταξη της χώρας στις ευρωατλαντικές δομές, προκειμένου τα δυτικά Βαλκάνια να στρίψουν… δυτικά, να εξασθενίσει η επιρροή της Ρωσίας, της Κίνας, ή ακόμη και της Τουρκίας. Το περιεχόμενο της λύσης ασφαλώς δεν απασχολούσε ιδιαίτερα τους Γερμανούς και η Ανγκελα Μέρκελ είχε εκφράσει τη διαφωνία της με τον τότε αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και σημερινό πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος έβλεπε κριτικά τη συμφωνία.

Την 31η Αυγούστου 2105 η γερμανίδα καγκελάριος δήλωνε «θα τα καταφέρουμε», αναφερόμενη στην υποδοχή –κυρίως Σύρων– προσφύγων, οι οποίοι βρίσκονταν εγκλωβισμένοι στη Βουδαπέστη. Ήταν μια σπάνια περίπτωση που πρυτάνευσε το συναίσθημα: το κοινό αίσθημα των Γερμανών, που έσπευδαν στους σιδηροδρομικούς σταθμούς για να υποδεχθούν και να αγκαλιάσουν τους πρόσφυγες. Περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι βρήκαν τότε καταφύγιο στη Γερμανία, αλλά η εικόνα στο εσωτερικό είχε πλέον αρχίσει να θολώνει για τα καλά. Η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), το ακροδεξιό, λαϊκιστικό κόμμα που ιδρύθηκε το 2014, με –μοναδική– πολιτική θέση την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, έβρισκε νέο λόγο ύπαρξης στην προσφυγική κρίση. Η εσωκομματική γκρίνια, τα επικριτικά δημοσιεύματα της εποχής, η διαρκής κλιμάκωση μιας κρίσης χωρίς τέλος, υποχρέωσαν τη Μέρκελ να αναζητήσει τρόπους προκειμένου να ανακόψει τις ροές προσφύγων και μεταναστών μέσω Αιγαίου και Ελλάδας, ακόμη και παραδίνοντας τη δύναμή της –και αυτή της ΕΕ – σε έναν απολυταρχικό ηγέτη όπως ο Ταγίπ Ερντογάν, με την συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας για το Προσφυγικό. Πολλοί την κατηγόρησαν ότι δεν διέθετε σχέδιο και ότι επέτρεπε στον τούρκο πρόεδρο να την εκβιάζει, και μαζί όλη την Ευρώπη. Η προσφυγική κρίση της εξασφάλισε φήμη πέρα από την ήπειρο, στο εσωτερικό όμως της χώρας της και της υπόλοιπης Ευρώπης είχε αρχίσει η παρακμή της. Η στάση της καγκελαρίου απέναντι στον τούρκο πρόεδρο δεν έπαψε να δίνει λαβές για ειρωνικά σχόλια και κριτική από τα ΜΜΕ και την αντιπολίτευση. Η ίδια απαντούσε πάντα ότι η Τουρκία είναι ένας δύσκολος αλλά πολύ σημαντικός εταίρος και ότι είναι προτιμότερο να συζητούμε παρά να απομονωνόμαστε. Το αποτέλεσμα των συζητήσεων είναι ασφαλώς στην κρίση του καθένα, αλλά κυρίως της επόμενης γερμανικής κυβέρνησης. Τα τελευταία χρόνια η Μέρκελ ήταν κάποιες φορές η μόνη που διατηρούσε την ψυχραιμία της με τα καμώματα του Ερντογάν.

Η τουρκική προκλητικότητα στο Αιγαίο βρήκε πέρυσι το Βερολίνο σε ρόλο διαμεσολαβητή μεταξύ Αθήνας και Αγκυρας και κατέστησαν επιβεβλημένη την απρόθυμη έστω εγκατάλειψη της πολιτικής ίσων αποστάσεων. Η γερμανική κυβέρνηση γνώριζε καλά τον ρόλο της Τουρκίας στο Αιγαίο, στην ανατολική Μεσόγειο, στα θέματα κράτους δικαίου. Υπό την Ανγκελα Μέρκελ όμως προσποιήθηκε συχνά πως δεν έβλεπε και δεν άκουγε. Ίσως διότι μόνο έτσι μπορούσε να διατηρεί διαύλους επικοινωνίας ανοιχτούς – και τους πρόσφυγες μακριά από τα σύνορά της. Ίσως διότι υπάρχουν πολλές μπίζνες (και πολεμικές) με την Άγκυρα και άλλωστε εκατομμύρια Τούρκοι ψηφίζουν στις γερμανικές εκλογές…

Μέρκελ και Μητσοτάκης στο Βερολίνο τον Μάρτιο του 2020, λίγο πριν την πανδημία (ΓτΠ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ)

Η υποχωρητική στάση της γερμανικής κυβέρνησης έναντι της Άγκυρας επιβεβαιώθηκε και στην περίπτωση της Διάσκεψης του Βερολίνου για τη Λιβύη, τον Ιανουάριο του 2020, όταν η Ελλάδα αποκλείστηκε από τον κατάλογο των συμμετεχόντων, παρά τα συμφέροντα και τον ρόλο της στην περιοχή. Οι δικαιολογίες των διοργανωτών δεν έπεισαν την Αθήνα, η οποία «είδε» τουρκικό δάκτυλο στο θέμα και εξέφρασε έντονα τη δυσαρέσκειά της. Από την άλλοι δεν είναι και πολλοί εκείνοι που πιστεύουν ότι η Μέρκελ όντως μπορούσε να επιβάλει στον Ερντογάν μια άποψη, ή ακόμα περισσότερο να τον βάλει στη θέση του..

Αυτό φάνηκε για μια ακόμα φορά το τελευταίο διάστημα: Λίγες μέρες μετά το θερμό καλωσόρισμα της Μέρκελ από τον Ερντογάν στην Κωνσταντινούπολη, κατά τη διάρκεια του τελευταίου ταξιδιού της με την ιδιότητα της καγκελαρίου της Γερμανίας (και όχι της υπηρεσιακής), ο τούρκος πρόεδρος ανακοίνωσε την πρόθεσή του να απελάσει μεταξύ άλλων και τον γερμανό πρεσβευτή από τη χώρα.

Σε κάθε περίπτωση βέβαια, η επίσκεψη της Μέρκελ στην Αθήνα είναι μια κίνηση υψηλού πολιτικού συμβολισμού —δύσκολο να περιμένει κανείς ότι θα περιοριστεί σε απολογισμούς ή αποχαιρετισμούς, ασχέτως αν η παρουσία της καγκελαρίου σε μια εντελώς άλλη Αθήνα από εκείνη που υστερικά γέμιζε τους δρόμους με χιτλερικά μουστάκια πάνω σε γερμανούς πολιτικούς από μόνη της λέει κάτι.

Απρίλιος 2014. Τα αντί-Μέρκελ συναισθήματα είναι πολιτική μόδα στην Ελλάδα (INTIMENEWS/ΛΙΑΚΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ)

Η Ανγκελα Μέρκελ απαντά τελευταία σε περισσότερες προσωπικές ερωτήσεις, για τις εμπειρίες της, για τα σχέδιά της τώρα που «συνταξιοδοτείται», αλλά, με βάση τα προηγούμενα 16 χρόνια, είναι σαφές ότι παίρνει 100% στα σοβαρά τον ρόλο της. Ο κ. Μητσοτάκης, στο περιθώριο του πρόσφατου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του 107ου για την Ανγκελα Μέρκελ, εξέφρασε τον σεβασμό του στο πρόσωπό της και έκανε λόγο για μια πολιτικό με σταθερότητα και ευθυκρισία. Σε ό,τι αφορά ειδικά τη σχέση της με την Ελλάδα, ο Πρωθυπουργός αναφέρθηκε μεν στη δική της παραδοχή περί υπερβολικών απαιτήσεων από τους Έλληνες, αλλά σημείωσε και το γεγονός ότι «στην κρίσιμη στιγμή, πήγε κόντρα στις εισηγήσεις των υπουργών της και αποφάσισε να κρατήσει την Ελλάδα στην ΕΕ».

Η καγκελάριος δήλωσε πρόσφατα ότι δεν επιθυμεί να κάνει η ίδια απολογισμό του έργου της. «Ας το κάνουν άλλοι. Εγώ αισθάνομαι καλά με τον εαυτό μου, με τη ζωή και τη βιογραφία μου. Μου έδωσαν την ευκαιρία να προσφέρω στην πατρίδα μου», είπε χαρακτηριστικά. Γνωρίζει πάντως ότι μακριά από τη Γερμανία, δεν έχει να περιμένει πολλά «ευχαριστώ»…

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕ ΤΟ