«Social distancing» ή «Κοινωνική αποστασιοποίηση;»

Ελλάδα Παιδεία Πολιτισμός Τεχνολογία

Το υπέροχο άρθρο της κύριας Κατερίνας Χατζηκαλλία- Κουνιάκη, MSc Ψυχολόγου, Νευροψυχολόγου «Η γενιά/χαρά της πυζάμας», ξύπνησε μέσα παλαιότερους προβληματισμούς που ακόμη με τυραννούν και με στοιχειώνουν. Ήταν ένα άρθρο, κουδούνι συναγερμού για τη περεταίρω ολίσθηση των νέων στην από-κοινωνικοποίηση.

Του Χρήστου Αμβαζά
Συγγραφέα, μέλους της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος (Ε.Λ.Β.Ε.)

Θα πάω λίγο πίσω, στην προ κορονωϊού εποχή, σε μια διημερίδα της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος με θέμα «Η διαχρονική πορεία της Ελληνικής γλώσσας». Έφυγα με ένα κενό. Κάνεις από τους ομιλητές δεν πέρασε την κόκκινη γραμμή που χωρίζει το χθες από το σήμερα. Το σήμερα της κακοποίησης της Ελληνικής γλώσσας, της κωδικοποίησης, της άλογης έκφρασης. Όλοι αναφέρθηκαν σε χρόνια ένδοξα, ασχέτως αν η γλώσσα κλυδωνιζόταν ανάμεσα στην καθαρεύουσα και στην δημοτική, σε δύο σωστές εκδοχές της γλώσσας μας, με ένθεν και εκείθεν διαμάχες…

Κάνεις δεν αναφέρθηκε στα καθιερωμένα «Greeklish» και στον κώδικα «slang» και λέω κώδικας, γιατί slang δεν είναι ούτε γλώσσα, ούτε διάλεκτος. Είναι ένας κώδικάς που επινοήθηκε και καθιερώθηκε διεθνώς από άτομα κοινωνικά απομονωμένα. Οι ομοφυλόφιλοι την εποχή του κοινωνικού τους αποκλεισμού. Οι φυλακισμένοι. Οι εξόριστοι. Οι συμμορίες. Από ομάδες που δίκαια ή άδικα θεωρήθηκαν κοινωνικά απόβλητες. Κοινωνικά απομονωμένες. Ήταν για αυτούς μια μορφή άμυνας στο κοινωνικό κέλυφος που τους απέκλειε.

Τα παιδιά μας γιατί; Σε ποιούς αμύνονται; Πως νοιώθουν; Μήπως κοινωνικά αποκλεισμένα; Μήπως έξω από πόρτες που άδικα τις χτυπούν γιατί ποτέ δεν θα ανοίξουν; Μήπως μακριά από αγκαλιές που ποτέ δεν τα ζέσταναν; Μήπως… Μήπως γιατί η μητέρα νοιάζεται πιο πολύ για την καριέρα της από οτιδήποτε άλλο. Μήπως γιατί ο πατέρας θέλει να δει με την ησυχία του το ματς στην TV και…«Καλά παίζει με το κομπιούτερ του ο μικρός και δεν με ζαλίζει…». Ναι ο Κωστάκης παίζει, σκοτώνει κακούς με το ποντίκι και με το πληκτρολόγιο, και έχει κάνει φίλους τον Τσιέν Γιαν από την Ιαπωνία και την Μαριλίζα από τον Καναδά. Το θείο διαδίκτυο: Μηδενίζει τις μεγάλες αποστάσεις και κάνει αστρικές, απρόσιτες τις κοντινές. Το διπλανό δωμάτιο, τον καναπέ δίπλα στον πατέρα, την κουζίνα κοντά στη μαμά. Την παιδική χαρά, το πάρκο. Και γιατί τα παιδιά να διανύσουν αυτές τις τεράστιες αποστάσεις; Που θα παν; Τι θα κερδίσουν;

Όμως θα στείλουν ένα SMS σε Greeklish, θα πάρουν την απάντηση από τον φίλο ή τη φίλη τους, θα τα πουν, θα ξεδώσουν θα έχουν «επικοινωνήσει» με εγγλέζικους χαρακτήρες σε μια αλαμπουρνέζικη διάλεκτο. Μήπως όμως φταίει και το περιβάλλον. Οι χιλιάδες ξενόγλωσσες ταμπέλες που δεν γράφουν «Κουρείο», αλλά «Barber shop» ή αντί για «Αρτοπωλείο» γράφον «Bakery». Ίσως να φταίει και το «click awαy» που προέρχεται απ’ το «Lock down». Μήπως όλα αυτά κάνουν πιο έντονο το «social distancing», όπως λέμε στα Ελληνικά την κοινωνική αποστασιοποίηση;

Και όπως πολύ σωστά επισημάνει η κυρία Κατερίνα Χατζηκαλλία- Κουνιάκη στο άρθρο της, ότι έχει αρχίσει και η εποχή της «χαράς της πυζάμας». Της πλήρους αδρανοποίησης των παιδιών μας. Γιατί πως; Πώς να βγει (άσε που δεν θέλει να βγει) ο Κωστάκης μια τσάρκα με την παρέα του και πως η Αργυρούλα να πάει να βρει τις φιλενάδες της να κουτσομπολέψουν την Δημητρούλα που βγήκε ραντεβού με τον Αποστόλη, αφού ούτε η Δημητρούλα βγήκε ραντεβού και ούτε η Αργυρούλα μπορεί να βγει από το σπίτι της, λόγω «Lock down», όπως επίσης λέμε στα Ελληνικά την «αμπαρωμένη πόρτα».

Κάποτε ήμουν πιο αισιόδοξος και πίστευα ή ήθελα να πιστεύω ότι οι δάσκαλοι, το σχολειό θα έβαζε τα πράγματα στη θέση τους, όταν πριν από αρκετά χρόνια είχε αρχίσει η γλωσσική διολίσθηση των παιδιών μας. Φρούδες ελπίδες. Αυτή ή άλλη κυρία που υποτίθεται πως αγκαλιάζει τα παιδιά μας στοργικά, που τη λένε «παιδεία», υπήρξε άστοργη, κακιά, αμελής, ανεπαρκής ίσως και άχρηστη. Τέτοια ήταν και φοβάμαι πως τέτοια θα παραμείνει. Ότι δεν έβαλε και ούτε πρόκειται να βάλει μυαλό. Λοιπόν πού πάμε; Για πού τραβάμε; Πόσο πιο χάλια;

Μήπως θα πρέπει να δούμε τα πράγματα έστω λίγο ρεαλιστικά, να κρίνουμε άλλα και να κριθούμε. Να δούμε ποιος και τι φταίει και να πούμε: «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω». Ποιος όμως είναι ο αναμάρτητος; Σίγουρα, ούτε εσύ, ούτε εγώ. Όλοι μας συντελέσαμε στα να γίνει ότι γίνεται. Στην κατάντια, στην αδιαφορία των παιδιών μας.  Αλλά ούτε λίθοι ούτε λιθοβολισμού χρειάζονται, ούτε κρίσεις και επικρίσεις γιατί δεν λύνουν το πρόβλημα. Μάλλον το τρανεύουν. Ίσως μια μπακέτα στοργής με κινήσεις απαλές σαν χάδι, να μπορέσει να διευθύνει μια εξαίσια συναυλία με νότες βγαλμένες απ τις αγνές ψυχές των παιδιών μας. Πιστεύω πως ποτέ δεν είναι αργά. Ας αδράξουμε τη μπακέτα. Ας αδράξουμε την ελάχιστη ευκαιρία να σωθούν τα παιδιά μας. Να τα φέρουμε πίσω στην «πραγματική επαφή με την ίδια τη ζωή», από όπου, όπως η κυρία Κατερίνα Χατζηκαλλία- Κουνιάκη διαπιστώνει, συνεχώς απομακρύνονται.

Βιογραφικό

Ο Χρήστος Αμβαζάς γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1945. Δεν είναι κάτοχος κανενός πτυχίου Φιλοσοφικής ή Φιλολογικής Σχολής. Το μόνο πτυχίο που κατέχει είναι αυτό του Ηλεκτρολόγου Μηχανικού που είναι τελείως άσχετο με τη συγγραφική του δραστηριότητα. Το εργασιακό του αντικείμενο ήταν ο σχεδιασμός και η κατασκευή Συστημάτων Αυτοματισμού για τη Βιομηχανία. Στον τομέα αυτόν διέπρεψε.

Οι ανά τον κόσμο Βιομηχανίες που έστησε, λειτουργούν και παράγουν δεν είναι καθόλου λίγες. Λόγω του επαγγέλματός του, ταξίδεψε σε πολλές χώρες. Η Ευρώπη, η Ασία, η Αφρική, η Νότια Αμερική, η Μέση Ανατολή, και άλλες περιοχές, φιλονικούν για το «ποια τον φιλοξένησε περισσότερε ημέρες», αλλά μάλλον κερδισμένη είναι η Ελλάδα, η πατρίδα του, αφού κι’ αυτή δεν στερήθηκε καθόλου τις τεχνικές του υπηρεσίες.

Πλημμυρισμένος από εντυπώσεις, εικόνες και εμπειρίες, ξεκίνησε, πριν από δέκα χρόνια περίπου, να γράφει, αποκλειστικά και μόνο για να καλύψει προσωπικές του ανάγκες έκφρασης. Τα βιβλία του είναι γραμμένα σε απλή γλώσσα, κατανοητή και απευθύνονται σε ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό. Στο κοινό του μέσου αναγνώστη. Τα έργα του έχουν αποσπάσει καλές κριτικές από ανθρώπους του λόγου και της τέχνης. Είναι μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Βόρειου Ελλάδος (Ε.Λ.Β.Ε.). Ζει με την οικογένεια του στη Θεσσαλονίκη. Είναι πατέρας δύο παιδιών.